Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gannet
01
γάνος, γάνος
a large white seabird that dives into water to catch fish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gannets
LanGeek



























