Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gank
01
εμφυτεύω ενέδρα, επιτίθεμαι με αριθμητικό πλεονέκτημα
to ambush or attack an opponent, often by surprise or with a numerical advantage, in a video game
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gank
γ΄ ενικό πρόσωπο
ganks
ενεστώτα μετοχή
ganking
απλός αόριστος
ganked
παθητική μετοχή
ganked



























