ganja
gan
ˈgæn
gān
ja
ʤə
hanja

Ορισμός και σημασία του "ganja"στα αγγλικά

01

σχετικό με τα έθνη της Αφρικής ή τους λαούς τους, που αφορά τα αφρικανικά έθνη ή τους ανθρώπους τους

of or relating to the nations of Africa or their peoples 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

χόρτο, μαριχουάνα

the dried leaves and flowers of the Cannabis plant, often smoked for its psychoactive effects 
Παραδείγματα
Sarah's brother faces legal consequences for selling ganja. 

Ο αδερφός της Σάρα αντιμετωπίζει νομικές συνέπειες για την πώληση γκάνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store