Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gangster
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gangsters
Παραδείγματα
The city was plagued by gangsters involved in drug trafficking and extortion.
Η πόλη μάστιζε από γκάνγκστερ που εμπλέκονταν στην διακίνηση ναρκωτικών και την εκβιασμού.
02
αδερφέ, φίλε
a term of respect or endearment for a friend, often implying loyalty or closeness
αργκό
Παραδείγματα
I have nothing but love and respect for my G.
Δεν έχω τίποτα άλλο παρά αγάπη και σεβασμό για τον γάνγκστερ μου.



























