gangster
gang
ˈgæng
gāng
ster
sta
sta
gagster
G

Ορισμός και σημασία του "gangster"στα αγγλικά

01

γκάνγκστερ, εγκληματίας

a member of a group of criminals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gangsters
Παραδείγματα
The city was plagued by gangsters involved in drug trafficking and extortion. 

Η πόλη μάστιζε από γκάνγκστερ που εμπλέκονταν στην διακίνηση ναρκωτικών και την εκβιασμού.

02

αδερφέ, φίλε

a term of respect or endearment for a friend, often implying loyalty or closeness 
αργκό
Παραδείγματα
I have nothing but love and respect for my G. 

Δεν έχω τίποτα άλλο παρά αγάπη και σεβασμό για τον γάνγκστερ μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store