Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gangrene
01
γάγγραινα, νεκρωσία
a chronic condition during which tissues in one's body die as a result of an obstruction in circulation or a bacterial infection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
γάγγραινα, νεκρώσεις
necrotic tissue; a mortified or gangrenous part or mass
to gangrene
01
γαγγραινιάζω, νεκρώνω
undergo necrosis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gangrene
γ΄ ενικό πρόσωπο
gangrenes
ενεστώτα μετοχή
gangrening
απλός αόριστος
gangrened
παθητική μετοχή
gangrened
Λεξικό Δέντρο
gangrenous
gangrene



























