gang
gang
gæng
gāng
yangpangdanghang

Ορισμός και σημασία του "gang"στα αγγλικά

01

συμμορία, γκάνγκ

a group of criminals who work together 
gang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gangs
Παραδείγματα
The neighborhood has been plagued by gang violence for years. 

Η γειτονιά ταλαιπωρείται από τη βία των συμμοριών εδώ και χρόνια.

02

συμμορία, ομάδα

an informal group of friends or companions 
gang definition and meaning
Παραδείγματα
The gang met every Friday to play basketball. 

Η συμμορία συναντιόταν κάθε Παρασκευή για να παίξει μπάσκετ.

03

ομάδα, ομάδα εργασίας

an organized group of workers assigned to perform a specific task together 
Παραδείγματα
A gang of laborers repaired the road overnight. 

Μια ομάδα εργατών επισκεύασε το δρόμο μέσα σε μια νύχτα.

04

σετ, σύνολο

a set of tools or implements arranged to function together as a single unit 
Παραδείγματα
The machinist used a gang of drills for faster production. 

Ο μηχανικός χρησιμοποίησε ένα σύνολο τρυπανιών για ταχύτερη παραγωγή.

to gang
01

ενώνω, συνωμοτώ

to act together as an organized group, often with a shared purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gang
γ΄ ενικό πρόσωπο
gangs
ενεστώτα μετοχή
ganging
απλός αόριστος
ganged
παθητική μετοχή
ganged
Παραδείγματα
The workers ganged to complete the heavy lifting quickly. 

Οι εργάτες συγκεντρώθηκαν για να ολοκληρώσουν γρήγορα τη βαριά ανύψωση.

Λεξικό Δέντρο

gangdom
gang
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store