Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gangs
Παραδείγματα
The neighborhood has been plagued by gang violence for years.
Η γειτονιά ταλαιπωρείται από τη βία των συμμοριών εδώ και χρόνια.
02
συμμορία, ομάδα
an informal group of friends or companions
Παραδείγματα
The gang met every Friday to play basketball.
Η συμμορία συναντιόταν κάθε Παρασκευή για να παίξει μπάσκετ.
03
ομάδα, ομάδα εργασίας
an organized group of workers assigned to perform a specific task together
Παραδείγματα
A gang of laborers repaired the road overnight.
Μια ομάδα εργατών επισκεύασε το δρόμο μέσα σε μια νύχτα.
04
σετ, σύνολο
a set of tools or implements arranged to function together as a single unit
Παραδείγματα
The machinist used a gang of drills for faster production.
Ο μηχανικός χρησιμοποίησε ένα σύνολο τρυπανιών για ταχύτερη παραγωγή.
to gang
01
ενώνω, συνωμοτώ
to act together as an organized group, often with a shared purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gang
γ΄ ενικό πρόσωπο
gangs
ενεστώτα μετοχή
ganging
απλός αόριστος
ganged
παθητική μετοχή
ganged
Παραδείγματα
The workers ganged to complete the heavy lifting quickly.
Οι εργάτες συγκεντρώθηκαν για να ολοκληρώσουν γρήγορα τη βαριά ανύψωση.



























