Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gander
01
χήνα, αρσενική χήνα
a male goose, especially an adult one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ganders
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χήνα, αρσενική χήνα