gammy
ga
ˈgæ
mmy
mi
mi
gummygamey

Ορισμός και σημασία του "gammy"στα αγγλικά

01

κουτσός, ελαττωματικός

injured, sore, or not functioning properly, especially referring to a leg 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gammiest
συγκριτικός βαθμός
gammier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, limbs, functionality
Παραδείγματα
I've got a gammy leg, can't walk far today. 

Έχω ένα πληγωμένο πόδι, δεν μπορώ να περπατήσω μακριά σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store