gamut
ga
ˈgæ
mut
mət
mēt
gummitegamete

Ορισμός και σημασία του "gamut"στα αγγλικά

01

εύρος, φάσμα

the entirety or full spectrum of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The new library's collection covers the gamut of literary genres, from classic literature to contemporary fiction. 

Η συλλογή της νέας βιβλιοθήκης καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των λογοτεχνικών ειδών, από την κλασική λογοτεχνία έως τη σύγχρονη μυθοπλασία.

02

κλίμακα, μουσική κλίμακα

the complete range of musical notes, from the lowest to the highest pitch 
Παραδείγματα
The soprano's voice spanned the entire gamut with ease. 

Η φωνή της σοπράνο κάλυψε ολόκληρη την κλίμακα με ευκολία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store