gamey
Pronunciation
/ɡˈeɪmi/

Ορισμός και σημασία του "gamey"στα αγγλικά

01

τολμηρός, παράτολμος

willing to face danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gamiest
συγκριτικός βαθμός
gamier
διαβαθμίσιμο
02

σάπιος, χαλασμένος

(used of the smell of meat) smelling spoiled or tainted
03

σκανδαλώδης, προκλητικός

suggestive of scandalous behavior or sexual impropriety
Παραδείγματα
His gamey behavior at the party raised eyebrows among the guests.
Η προκλητική συμπεριφορά του στο πάρτι έκανε τους καλεσμένους να σηκώσουν τα φρύδια τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store