Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gamey
01
τολμηρός, παράτολμος
willing to face danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gamiest
συγκριτικός βαθμός
gamier
διαβαθμίσιμο
02
σάπιος, χαλασμένος
(used of the smell of meat) smelling spoiled or tainted
03
σκανδαλώδης, προκλητικός
suggestive of scandalous behavior or sexual impropriety
Παραδείγματα
The movie's gamey content was too risqué for some viewers.
Το προκλητικό περιεχόμενο της ταινίας ήταν πολύ τολμηρό για μερικούς θεατές.
Λεξικό Δέντρο
gamey
game



























