Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gamer
01
παίκτης, gamer
someone who plays video games
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gamers
LanGeek



























