Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gambler
01
τζογκέρ, στοιχηματίας
a person who participates in games of chance or bets on uncertain outcomes, often with the aim of winning money or other prizes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gamblers
Παραδείγματα
The gambler spent hours at the poker table hoping to win big.
Ο τζογαδόρος πέρασε ώρες στο τραπέζι του πόκερ ελπίζοντας να κερδίσει μεγάλα.
02
τζογαδόρος, παίκτης
someone who is willing to take risks in order to succeed
Λεξικό Δέντρο
gambler
gamble



























