galvanic
gal
gæl
gāl
va
ˈvæ
nic
nɪk
nik
atlanticgermanicvolcanictympanic

Ορισμός και σημασία του "galvanic"στα αγγλικά

01

γαλβανικός, σχετικός με ή που περιλαμβάνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω χημικής αντίδρασης

related to or involving the production of electricity through a chemical reaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Zinc and copper electrodes immersed in saline solution generated a small galvanic current in the battery. 

Ηλεκτρόδια ψευδαργύρου και χαλκού βυθισμένα σε αλατούχο διάλυμα παρήγαγαν ένα μικρό γαλβανικό ρεύμα στην μπαταρία.

02

γαλβανικός, ηλεκτρισμένος

creating powerful emotional or psychological impacts in a lively sense 
Παραδείγματα
The manager's pep talks seemed to put a galvanic charge into the players before important games. 

Οι ομιλίες ενθάρρυνσης του μάνατζερ φαίνεται να έδωσαν μια γαλβανική φόρτιση στους παίκτες πριν από τα σημαντικά παιχνίδια.

Λεξικό Δέντρο

galvanic
galvan
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store