Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
galvanic
01
γαλβανικός, σχετικός με ή που περιλαμβάνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω χημικής αντίδρασης
related to or involving the production of electricity through a chemical reaction
Παραδείγματα
Corrosion occurs via galvanic action when two dissimilar metals are in contact in a electrolyte.
Η διάβρωση συμβαίνει μέσω γαλβανικής δράσης όταν δύο διαφορετικά μέταλλα έρχονται σε επαφή σε έναν ηλεκτρολύτη.
02
γαλβανικός, ηλεκτρισμένος
creating powerful emotional or psychological impacts in a lively sense
Παραδείγματα
Her touching performance had a galvanic emotional effect on the audience.
Η συγκινητική της παράσταση είχε μια γαλβανική συναισθηματική επίδραση στο κοινό.



























