gallus
ga
ˈgæ
γκαι
llus
ləs
λασ
/ɡˈaləs/

Ορισμός και σημασία του "gallus"στα αγγλικά

01

τιράντες, ελαστικά παντελονιών

elastic straps that hold trousers up (usually used in the plural)
gallus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galluses
02

κότα, πετεινός

common domestic birds and related forms
01

αναιδής, τολμηρός

(Scottish) bold, cheeky, or confident in a showy, sometimes reckless way
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gallus
συγκριτικός βαθμός
more gallus
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bairn came out with a gallus answer that made everyone laugh.
Το bairn βγήκε με μια gallus απάντηση που έκανε όλους να γελάσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store