Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gallus
01
τιράντες, ελαστικά παντελονιών
elastic straps that hold trousers up (usually used in the plural)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galluses
02
κότα, πετεινός
common domestic birds and related forms
gallus
01
αναιδής, τολμηρός
(Scottish) bold, cheeky, or confident in a showy, sometimes reckless way
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gallus
συγκριτικός βαθμός
more gallus
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bairn came out with a gallus answer that made everyone laugh.
Το bairn βγήκε με μια gallus απάντηση που έκανε όλους να γελάσουν.



























