Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gallivant
01
περιφέρομαι, βόλτα
to go around in search of pleasure or entertainment
Intransitive: to gallivant somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gallivant
γ΄ ενικό πρόσωπο
gallivants
ενεστώτα μετοχή
gallivanting
απλός αόριστος
gallivanted
παθητική μετοχή
gallivanted
Παραδείγματα
During the summer festival, families gathered to gallivant through the fairgrounds.
Κατά τη διάρκεια του καλοκαιρινού φεστιβάλ, οι οικογένειες συγκεντρώθηκαν για να περιφέρονται στις εκθέσεις.



























