galley
ga
ˈgæ
lley
li
li
gallery

Ορισμός και σημασία του "galley"στα αγγλικά

01

κουζίνα, κουζίνα πλοίου

the area on a ship where food is prepared and cooked 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galleys
Παραδείγματα
The chef worked in the galley of the cruise ship. 

Ο σεφ εργαζόταν στην κουζίνα του κρουαζιερόπλοιου.

02

κουζίνα, γραφείο

the food-preparation area on an airplane 
Παραδείγματα
Flight attendants worked in the galley to prepare meals. 

Οι αεροσυνοδοί εργάζονταν στην κουζίνα για να προετοιμάσουν τα γεύματα.

03

γαλέρα, τριήρης

a crescent-shaped oared ship used in classical antiquity 
Παραδείγματα
The Greek fleet advanced in a formation of galleys. 

Ο ελληνικός στόλος προχώρησε σε σχηματισμό γαλερών.

04

γαλέρα, κωπήλατο πλοίο

a large medieval Mediterranean vessel, typically with a single deck, propelled by sails and oars, armed at bow and stern, and manned by up to 1,000 men, used for war and trade 
Παραδείγματα
The Greek and Roman navies employed galleys as key vessels in their fleets during ancient times. 

Οι ελληνικοί και ρωμαϊκοί στόλοι χρησιμοποιούσαν γαλέρες ως βασικά πλοία στους στόλους τους κατά την αρχαιότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store