gainfully
gain
ˈgeɪn
gein
fu
lly
li
li
banefullypainfullydisdainfully

Ορισμός και σημασία του "gainfully"στα αγγλικά

01

κερδοφόρα, επικερδώς

in a manner resulting in financial gain 
gainfully definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite the economic challenges, she managed to work gainfully and support her family. 

Παρά τις οικονομικές προκλήσεις, κατάφερε να εργαστεί κερδοφόρα και να στηρίξει την οικογένειά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gainfully
gainful
gain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store