Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gainfully
01
κερδοφόρα, επικερδώς
in a manner resulting in financial gain
Παραδείγματα
The company aimed to employ individuals gainfully, offering competitive salaries and benefits to its employees.
Η εταιρεία στόχευε να απασχολεί άτομα κερδοφόρα, προσφέροντας ανταγωνιστικούς μισθούς και οφέλη στους εργαζομένους της.
Λεξικό Δέντρο
gainfully
gainful
gain



























