gaggle
ga
ˈgæ
γκαι
ggle
gəl
γκαλ
/ɡˈæɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "gaggle"στα αγγλικά

01

αγέλη χηνών, ομάδα χηνών

a group of geese, specially when not in flight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaggles
to gaggle
01

κακαρίζω, εξαπολύω χήνειο ήχο

to utter a sound, as of a goose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gaggles
ενεστώτα μετοχή
gaggling
απλός αόριστος
gaggled
παθητική μετοχή
gaggled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store