Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gaggle
01
αγέλη χηνών, ομάδα χηνών
a group of geese, specially when not in flight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaggles
to gaggle
01
κακαρίζω, εξαπολύω χήνειο ήχο
to utter a sound, as of a goose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gaggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
gaggles
ενεστώτα μετοχή
gaggling
απλός αόριστος
gaggled
παθητική μετοχή
gaggled



























