gadget
gad
gæd
γκαιντ
get
gɛt
γκετ
skagit

Ορισμός και σημασία του "gadget"στα αγγλικά

01

συσκευή, εξάρτημα

a mechanical tool or an electronic device that is useful for doing something 
gadget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gadgets
Παραδείγματα
John’s new kitchen gadget can chop vegetables in seconds, making meal prep much easier. 

Το νέο gadget κουζίνας του John μπορεί να κόψει λαχανικά σε δευτερόλεπτα, κάνοντας την προετοιμασία του γεύματος πολύ πιο εύκολη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gadgetry
gadget
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store