anglo-saxon
ang
ˈæng
āng
lo
ləʊ
lew
sax
sæk
sāk
on
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "Anglo-Saxon"στα αγγλικά

01

Αγγλοσάξονας, άτομο που έζησε στην Αγγλία από τον 5ο αιώνα έως την Νορμανδική κατάκτηση

someone who lived in England from the 5th century until the Norman Conquest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Anglo-Saxons
02

Αγγλοσαξωνικά, παλαιά αγγλικά

the old English language that was common until about 1150 AD 
03

Αγγλοσάξονας, Πρόσωπο αγγλοσαξονικής καταγωγής

a person of Anglo-Saxon (especially British) descent whose native tongue is English and whose culture is strongly influenced by English culture as in WASP for `White Anglo-Saxon Protestant' 
anglo-saxon
01

αγγλοσαξονικός, σχετικός με τους Αγγλοσάξονες

related to the language and culture of an ethnic group of people who lived in England centuries ago 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store