to furbelow
fur
ˈfɜ:
be
bi
low
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "furbelow"στα αγγλικά

to furbelow
01

διακοσμώ, στολίζω

to decorate with ornaments or neatly gathered fabric that create waves 
Transitive: to furbelow sth with ornaments
to furbelow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furbelow
γ΄ ενικό πρόσωπο
furbelows
ενεστώτα μετοχή
furbelowing
απλός αόριστος
furbelowed
παθητική μετοχή
furbelowed
Παραδείγματα
She decided to furbelow the costume with delicate lace and intricate ruffles for a theatrical look. 

Αποφάσισε να διακοσμήσει το κοστούμι με λεπτή δαντέλα και περίπλοκα ρουσκέτα για μια θεατρική εμφάνιση.

01

φιόγκος, διακόσμηση

a fancy decoration added to clothes for style 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
furbelows
Παραδείγματα
The dress was adorned with a furbelow of lace along the hem. 

Το φόρεμα ήταν διακοσμημένο με μια κεντήσιμη δαντέλα κατά μήκος του στρίφωματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store