Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to furbelow
01
διακοσμώ, στολίζω
to decorate with ornaments or neatly gathered fabric that create waves
Transitive: to furbelow sth with ornaments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furbelow
γ΄ ενικό πρόσωπο
furbelows
ενεστώτα μετοχή
furbelowing
απλός αόριστος
furbelowed
παθητική μετοχή
furbelowed
Παραδείγματα
She decided to furbelow the costume with delicate lace and intricate ruffles for a theatrical look.
Αποφάσισε να διακοσμήσει το κοστούμι με λεπτή δαντέλα και περίπλοκα ρουσκέτα για μια θεατρική εμφάνιση.
Furbelow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furbelows
Παραδείγματα
The dress was adorned with a furbelow of lace along the hem.
Το φόρεμα ήταν διακοσμημένο με μια κεντήσιμη δαντέλα κατά μήκος του στρίφωματος.



























