Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fur hat
01
γούνινο καπέλο, σκούφος από γούνα
a head covering made from the pelts of animals, typically worn to provide warmth in cold weather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fur hats
LanGeek



























