fur hat
fur
fɜ:
φερ
hat
hæt
χαιτ

Ορισμός και σημασία του "fur hat"στα αγγλικά

01

γούνινο καπέλο, σκούφος από γούνα

a head covering made from the pelts of animals, typically worn to provide warmth in cold weather 
fur hat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fur hats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store