Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Funk
01
φανκ, μουσική φανκ
a style of dance music originated from African music and jazz, characterized by having a strong rhythm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The band played a funky groove that got everyone on the dance floor moving.
Η μπάντα έπαιξε ένα φανκ γκρουβ που έκανε όλους να κινηθούν στο πάτωμα του χορού.
02
μελαγχολία, κατάθλιψη
a state of sadness, low spirits, or depression
Dialect
American
Παραδείγματα
He's been in a funk ever since he lost his job.
Βρίσκεται σε κατήφεια από τότε που έχασε τη δουλειά του.
to funk
01
υποχωρώ, συστέλλομαι
to shrink away in response to fear, pain, or apprehension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
funk
γ΄ ενικό πρόσωπο
funks
ενεστώτα μετοχή
funking
απλός αόριστος
funked
παθητική μετοχή
funked
Παραδείγματα
He funks at the sight of the spider.
Αυτός funk στη θέα της αράχνης.
Λεξικό Δέντρο
funky
funk



























