Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fundraise
01
συγκεντρώνω χρήματα, εκτελώ fundraising
to seek financial contributions or donations for a particular cause, organization, or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fundraise
γ΄ ενικό πρόσωπο
fundraises
ενεστώτα μετοχή
fundraising
απλός αόριστος
fundraised
παθητική μετοχή
fundraised
Παραδείγματα
They fundraised tirelessly to support cancer research.
Συγκέντρωσαν χρήματα ακούραστα για να υποστηρίξουν την έρευνα για τον καρκίνο.
Λεξικό Δέντρο
fundraiser
fundraising
fundraise



























