functionary
Pronunciation
/ˈfəŋkʃəˌnɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "functionary"στα αγγλικά

01

αξιωματούχος, επίσημος υπάλληλος

a person who performs a certain official purpose or duty, especially in government offices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
functionaries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store