Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Functionality
01
λειτουργικότητα
the ability of something to perform its intended purpose, especially in terms of efficiency, practicality, or usability
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The smartphone's functionality improves with every software update.
Η λειτουργικότητα του smartphone βελτιώνεται με κάθε ενημέρωση λογισμικού.
Λεξικό Δέντρο
functionality
functional
function



























