full-time
full
fʊl
fool
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "full-time"στα αγγλικά

01

πλήρης απασχόληση, full-time

done for the usual hours in a working day or week 
full-time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After her internship, they offered her a full-time position. 

Μετά την πρακτική της, της προσέφεραν μια θέση πλήρους απασχόλησης.

01

πλήρης απασχόληση, full-time

for the entire standard duration of work or activity 
full-time definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She works full-time, putting in 40 hours a week at the office. 

Δουλεύει πλήρης απασχόλησης, αφιερώνοντας 40 ώρες την εβδομάδα στο γραφείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store