full-grown
full
fʊl
fool
grown
grəʊn
grewn

Ορισμός και σημασία του "full-grown"στα αγγλικά

full-grown
01

ενήλικας, πλήρως ανεπτυγμένος

having reached one's maximum size or maturity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most full-grown
συγκριτικός βαθμός
more full-grown
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The full-grown oak tree provided ample shade in the backyard. 

Η ενήλικη δρυς παρείχε άφθονη σκιά στην πίσω αυλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store