Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full-grown
01
ενήλικας, πλήρως ανεπτυγμένος
having reached one's maximum size or maturity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most full-grown
συγκριτικός βαθμός
more full-grown
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The full-grown horse displayed strength and grace in the pasture.
Το ενήλικο άλογο επέδειξε δύναμη και χάρη στο βοσκότοπο.



























