Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full-fledged
01
πλήρους διακρίσεως, πλήρως καταρτισμένος
having achieved full status or maturity in a particular role or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most full-fledged
συγκριτικός βαθμός
more full-fledged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After completing his training, he became a full-fledged member of the team.
Μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του, έγινε πλήρες μέλος της ομάδας.
02
πλήρως ανεπτυγμένο, με πλήρες ενήλικο πτέρωμα
(of a bird) having reached full development with fully grown adult plumage; ready to fly



























