Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full-fledged
01
πλήρους διακρίσεως, πλήρως καταρτισμένος
having achieved full status or maturity in a particular role or position
Παραδείγματα
The new technology has now become a full-fledged part of our daily lives.
Η νέα τεχνολογία έχει πλέον γίνει πλήρης μέρος της καθημερινότητάς μας.
02
πλήρως ανεπτυγμένο, με πλήρες ενήλικο πτέρωμα
(of a bird) having reached full development with fully grown adult plumage; ready to fly



























