Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full-bodied
01
πλούσιος, έντονος
(of drinks) having a rich and intense flavor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most full-bodied
συγκριτικός βαθμός
more full-bodied
διαβαθμίσιμο



























