Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frostbite
01
κρυοπάγημα, παγωνιά
a serious injury resulting from excessive exposure to severely cold weather or things, causing the freezing of the nose, toes, fingers, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frostbites
Παραδείγματα
She developed frostbite on her fingers after being outside in the freezing weather for too long.
Ανέπτυξε κρυοπάγημα στα δάχτυλά της μετά από παραμονή έξω στον παγωνιά για πολύ ώρα.
to frostbite
01
κρυοπάγημα, παγωνιά
to injure a part of the body by exposure to extreme cold so that the skin and underlying tissue freeze
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frostbite
γ΄ ενικό πρόσωπο
frostbites
ενεστώτα μετοχή
frostbiting
απλός αόριστος
frostbit
παθητική μετοχή
frostbitten
Παραδείγματα
Without proper gloves, his fingers frostbit during the icy hike.
Χωρίς κατάλληλα γάντια, τα δάχτυλά του πάγωσαν κατά τη διάρκεια της παγωμένης πεζοπορίας.
Λεξικό Δέντρο
frostbite
frost
bite



























