Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frontage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frontages
Παραδείγματα
The frontage of the mansion was adorned with large windows and ornate balconies.
Η πρόσοψη της έπαυλης ήταν διακοσμημένη με μεγάλα παράθυρα και περίτεχνα μπαλκόνια.
02
πρόσοψη, μέτωπο
the extent of land abutting on a street or water
03
κατεύθυνση, πρόσοψη
the direction in which something (such as a building) faces
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
frontage
front



























