frog
frog
frɒg
frog
frag

Ορισμός και σημασία του "frog"στα αγγλικά

01

βάτραχος, φρύνος

a small green animal with smooth skin, long legs for jumping and no tail, that lives both in water and on land 
frog definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frogs
Παραδείγματα
The frog jumped from one lily pad to another. 

Ο βάτραχος πήδηξε από το ένα νούφαρο στο άλλο.

02

διακοσμητικός βρόχος, διακοσμητικό σχοινί

a decorative loop of braid or cord 
03

βάτραχος

a person of French descent 
to frog
01

κυνηγώ βατράχια

hunt frogs for food 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frog
γ΄ ενικό πρόσωπο
frogs
ενεστώτα μετοχή
frogging
απλός αόριστος
frogged
παθητική μετοχή
frogged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store