Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frizz
01
φριζ, κατάσταση σχηματισμού μικρών σφιχτών μπούκλες
the condition of being formed into small tight curls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to frizz
01
κατσαρώνω, κυρτώνω
to form or cause hair to form tight curls or waves, often as a result of humidity or specific hair treatments
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frizz
γ΄ ενικό πρόσωπο
frizzes
ενεστώτα μετοχή
frizzing
απλός αόριστος
frizzed
παθητική μετοχή
frizzed
Παραδείγματα
Whenever he lets his hair air dry, it starts to frizz and curl.
Κάθε φορά που αφήνει τα μαλλιά του να στεγνώσουν στον αέρα, αρχίζουν να σγουραίνουν και να κατσαρώνουν.
Λεξικό Δέντρο
frizzy
frizz



























