Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anger
01
θυμός, οργή
a strong feeling that we have when something bad has happened, so we might be unkind to someone or harm them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
angers
Παραδείγματα
His anger flared up when he discovered that his car had been vandalized.
Ο θυμός του ξέσπασε όταν ανακάλυψε ότι το αυτοκίνητό του είχε βανδαλιστεί.
02
θυμός, οργή
the state of being angry
03
θυμός, οργή
belligerence aroused by a real or supposed wrong (personified as one of the deadly sins)
to anger
01
θυμώνω, ενοχλώ
to make a person feel angry
Transitive: to anger sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anger
γ΄ ενικό πρόσωπο
angers
ενεστώτα μετοχή
angering
απλός αόριστος
angered
παθητική μετοχή
angered
Παραδείγματα
His constant teasing about her appearance angered her.
Οι συνεχείς πείραγές του για την εμφάνισή της την θύμωσαν.
02
θυμώνω, οργίζομαι
to begin feeling or showing anger
Intransitive
Παραδείγματα
She started to anger when she heard the unfair decision.
Άρχισε να θυμώνει όταν άκουσε την άδικη απόφαση.



























