fritter
fri
ˈfrɪ
fri
tter
fitterflitter

Ορισμός και σημασία του "fritter"στα αγγλικά

01

τηγανίτα, κομμάτι φαγητού που είναι επικαλυμμένο με κουρκούτι και τηγανισμένο

a piece of food that is coated in batter and deep-fried 
fritter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fritters
to fritter
01

σπαταλώ, κατασπαταλώ

spend frivolously and unwisely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fritter
γ΄ ενικό πρόσωπο
fritters
ενεστώτα μετοχή
frittering
απλός αόριστος
frittered
παθητική μετοχή
frittered

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store