fright
Pronunciation
/ˈfɹaɪt/

Ορισμός και σημασία του "fright"στα αγγλικά

01

φόβος, τρομάρα

a sudden feeling of fear
fright definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frights
Παραδείγματα
The unexpected announcement caused a public fright.
Η απροσδόκητη ανακοίνωση προκάλεσε δημόσιο φόβο.
to fright
01

τρομάζω, φρικάρω

cause fear in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fright
γ΄ ενικό πρόσωπο
frights
ενεστώτα μετοχή
frighting
απλός αόριστος
frighted
παθητική μετοχή
frighted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store