Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fright
01
φόβος, τρομάρα
a sudden feeling of fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frights
Παραδείγματα
The unexpected announcement caused a public fright.
Η απροσδόκητη ανακοίνωση προκάλεσε δημόσιο φόβο.
to fright
01
τρομάζω, φρικάρω
cause fear in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fright
γ΄ ενικό πρόσωπο
frights
ενεστώτα μετοχή
frighting
απλός αόριστος
frighted
παθητική μετοχή
frighted
Λεξικό Δέντρο
frightful
fright



























