Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fright
01
φόβος, τρομάρα
a sudden feeling of fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frights
Παραδείγματα
She gave me a fright by jumping out from behind the door.
Μου έκανε ένα φόβο πηδώντας από πίσω από την πόρτα.
to fright
01
τρομάζω, φρικάρω
cause fear in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fright
γ΄ ενικό πρόσωπο
frights
ενεστώτα μετοχή
frighting
απλός αόριστος
frighted
παθητική μετοχή
frighted
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
frightful
fright



























