Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Angelica
01
αγγελική, βότανο των αγγέλων
a herbaceous plant known for its aromatic and medicinal properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
angelicas
Παραδείγματα
He brewed a cup of soothing angelica tea to help calm his nerves after a long day.
Έφτιαξε ένα φλιτζάνι χαλαρωτικό τσάι αγγελικής για να βοηθήσει να ηρεμήσει τα νεύρα του μετά από μια μεγάλη μέρα.
02
καραμελωμένα μίσχοι αγγελικής, μίσχοι αγγελικής σε σιρόπι
candied stalks of the angelica plant
03
αγγελική, βότανο των αγγέλων
any of various tall and stout herbs of the genus Angelica having pinnately compound leaves and small white or greenish flowers in compound umbels



























