fried
fried
fraɪd
fraid
friendfired

Ορισμός και σημασία του "fried"στα αγγλικά

01

τηγανητός, τηγανισμένος

cooked in very hot oil 
fried definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fried
συγκριτικός βαθμός
more fried
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fried chicken was crispy on the outside and juicy on the inside. 

Το τηγανητό κοτόπουλο ήταν τραγανό έξω και ζουμερό μέσα.

02

τηγανητός, εξαντλημένος

having an exhausted or overwhelmed mind from stress or overwork 
Παραδείγματα
After studying for ten hours straight, his brain felt completely fried. 

Μετά από δέκα ώρες συνεχούς μελέτης, ο εγκέφαλός του ένιωθε εντελώς τηγανισμένος.

03

καμένο, τηγανητό

damaged due to electrical failure or overheating 
Παραδείγματα
The repairman confirmed the motherboard was fried. 

Ο τεχνικός επιβεβαίωσε ότι η μητρική πλακέτα ήταν τηγανισμένη.

04

στουπί, μεθυσμένος

intoxicated by drugs or alcohol 
αργκό
Παραδείγματα
He came to the party already fried. 

Ήρθε στο πάρτι ήδη μεθυσμένος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store