Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fried
01
τηγανητός, τηγανισμένος
cooked in very hot oil
Παραδείγματα
They snacked on fried mozzarella sticks, dipping them in marinara sauce.
Έφαγαν σνακ με τηγανητές μπατονέτες μοτσαρέλα, βουτώντας τες σε σάλτσα μαρινάρα.
02
τηγανητός, εξαντλημένος
having an exhausted or overwhelmed mind from stress or overwork
Παραδείγματα
Staying up all night left her feeling fried and unable to concentrate in class.
Το να μείνει ξύπνια όλη τη νύχτα την άφησε να νιώθει εξουθενωμένη και ανίκανη να συγκεντρωθεί στην τάξη.
03
καμένο, τηγανητό
damaged due to electrical failure or overheating
Παραδείγματα
The technician explained that the fried processor could n't be repaired.
Ο τεχνικός εξήγησε ότι ο καμένος επεξεργαστής δεν μπορούσε να επισκευαστεί.
04
στουπί, μεθυσμένος
intoxicated by drugs or alcohol
Παραδείγματα
He got fried and passed out on the couch.
Μαστουρώθηκε και λιποθύμησε στον καναπέ.
Λεξικό Δέντρο
fried
fry



























