Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fricassee
01
φρικασέ
a type of stew made from meat, poultry, or fish that is cut into small pieces and cooked in a sauce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fricassees
to fricassee
01
φτιάχνω φρικασέ
make a fricassee of by cooking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fricassee
γ΄ ενικό πρόσωπο
fricassees
ενεστώτα μετοχή
fricasseeing
απλός αόριστος
fricasseed
παθητική μετοχή
fricasseed



























