Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fretwork
01
διακοσμητική σκάλιση, δουλειά fretwork
decorative designs that are cut into metal, wood, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fretwork
fret
work



























