Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fretful
01
ευερέθιστος, ανήσυχος
irritable or agitated, often expressing dissatisfaction or annoyance with trivial matters
Παραδείγματα
The fretful parent nitpicked every detail of the family vacation, from the accommodations to the itinerary, making it difficult for everyone to enjoy the trip.
Ο ανήσυχος γονέας επέκρινε κάθε λεπτομέρεια των οικογενειακών διακοπών, από τη διαμονή μέχρι το πρόγραμμα, κάνοντας δύσκολο για όλους να απολαύσουν το ταξίδι.
02
ανήσυχος, ανησυχητικός
restless due to worry
Παραδείγματα
The baby became fretful when separated from his mother.
Το μωρό έγινε ανήσυχο όταν χωρίστηκε από τη μητέρα του.
Λεξικό Δέντρο
fretfully
fretfulness
fretful
fret



























