fresh food
fresh
frɛʃ
fresh
food
fu:d
food

Ορισμός και σημασία του "fresh food"στα αγγλικά

01

φρέσκα τρόφιμα, φρέσκο φαγητό

food that is not preserved by canning or dehydration or freezing or smoking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fresh foods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store