frenzy
fren
ˈfrɛn
fren
zy
zi
zi

Ορισμός και σημασία του "frenzy"στα αγγλικά

01

μανία, έκσταση

a state of wild, uncontrolled excitement or agitation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frenzies
Παραδείγματα
The announcement of the sale caused a frenzy among shoppers, who rushed to the store to grab the best deals. 

Η ανακοίνωση της έκπτωσης προκάλεσε έκσταση στους πελάτες, που έτρεξαν στο κατάστημα για να αρπάξουν τις καλύτερες προσφορές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store