frenetic
fre
frə
φρα
ne
ˈnɛ
νε
tic
tɪk
τικ
/fɹɛnˈɛtɪk/

Ορισμός και σημασία του "frenetic"στα αγγλικά

01

φρενητικός, βιαστικός

fast-paced, frantic, and filled with intense energy or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frenetic
συγκριτικός βαθμός
more frenetic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children ’s frenetic laughter echoed through the playground.
Το φρενητό γέλιο των παιδιών ηχούσε στην παιδική χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store