Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frenetic
01
φρενητικός, βιαστικός
fast-paced, frantic, and filled with intense energy or activity
Παραδείγματα
The children ’s frenetic laughter echoed through the playground.
Το φρενητό γέλιο των παιδιών ηχούσε στην παιδική χαρά.



























