Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to freeze down
01
παγώνω, στερεοποιούμαι
change from a liquid to a solid when cold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
freeze
ενεστώτας
freeze down
γ΄ ενικό πρόσωπο
freezes down
ενεστώτα μετοχή
freezing down
απλός αόριστος
froze down
παθητική μετοχή
frozen down



























