Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freelancer
01
ανεξάρτητος επαγγελματίας, freelancer
a person who works independently without having a long-term contract with companies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
freelancers
Παραδείγματα
The freelancer sets her own schedule and chooses which projects to take on.
Ο freelancer ορίζει το δικό του πρόγραμμα και επιλέγει ποια έργα θα αναλάβει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
freelancer
freelance
free
lance



























