Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anesthetic
01
αναισθητικό
a type of drug that makes the whole or part of the body unable to feel pain when administered
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anesthetics
Παραδείγματα
The dentist administered a local anesthetic before starting the procedure to numb the patient's gums.
Ο οδοντίατρος χορήγησε ένα τοπικό αναισθητικό πριν ξεκινήσει την επέμβαση για να μουδιάσει τα ούλα του ασθενούς.
anesthetic
01
αναισθητικός, αναισθητοποιητικός
causing temporary loss of physical sensation through a drug
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anesthetic
συγκριτικός βαθμός
more anesthetic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surgeon waited until the injected area was fully anesthetic before starting the incision.
Ο χειρουργός περίμενε μέχρι η εγχυθείσα περιοχή να είναι πλήρως αναισθητοποιημένη πριν ξεκινήσει την τομή.
02
αναισθητικός, μουδιάζων
causing emotional numbness
Παραδείγματα
Weeks of the same routine had an anesthetic effect on his enthusiasm for work.
Εβδομάδες της ίδιας ρουτίνας είχαν αναισθητικό αποτέλεσμα στον ενθουσιασμό του για τη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
anesthetic
anesthet



























