Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freakishly
01
παραδόξως, ανώμαλα
in an extremely unusual, abnormal, or unexpected manner
Παραδείγματα
The storm caused a freakishly high tide, flooding areas that were usually dry.
Η καταιγίδα προκάλεσε μια παραδόξως υψηλή παλίρροια, πλημμυρίζοντας περιοχές που συνήθως ήταν ξηρές.
02
παραδοξολογικά, απρόβλεπτα
unpredictably
Λεξικό Δέντρο
freakishly
freakish
freak



























