Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to freak
01
πανικοβάλλομαι, τρελαίνομαι
to react with extreme or irrational fear, anxiety, or agitation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
freak
γ΄ ενικό πρόσωπο
freaks
ενεστώτα μετοχή
freaking
απλός αόριστος
freaked
παθητική μετοχή
freaked
Παραδείγματα
He freaked at the sight of the snake slithering across the path.
Τρέλανε με την θέα του φιδιού που γλιστρούσε στο μονοπάτι.
Freak
01
ένας περίεργος, ένας εκκεντρικός
an odd, bizarre, or unconventional person
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
The neighbors think he's a freak because he collects thousands of garden gnomes.
Οι γείτονες πιστεύουν ότι είναι ένας ιδιόρρυθμος επειδή συλλέγει χιλιάδες νάνους κήπου.
02
τέρας, φαινόμενο
a person, animal, or plant that is abnormal or unusual in appearance or behavior, often considered a curiosity or an oddity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freaks
03
θιασώτης, μανιακός
a person who is extremely passionate and dedicated to a particular activity or interest, to the point that it may seem like an addiction or obsession



























