Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to freak
01
πανικοβάλλομαι, τρελαίνομαι
to react with extreme or irrational fear, anxiety, or agitation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
freak
γ΄ ενικό πρόσωπο
freaks
ενεστώτα μετοχή
freaking
απλός αόριστος
freaked
παθητική μετοχή
freaked
Παραδείγματα
The loud crash made the dog freak and run under the bed.
Ο δυνατός κρότος έκανε το σκυλί να τρελαθεί και να τρέξει κάτω από το κρεβάτι.
Freak
01
ένας περίεργος, ένας εκκεντρικός
an odd, bizarre, or unconventional person
Offensive
Slang
Παραδείγματα
Some people admire the freak who lives completely off the grid.
Μερικοί άνθρωποι θαυμάζουν τον ιδιόρρυθμο που ζει εντελώς εκτός δικτύου.
02
τέρας, φαινόμενο
a person, animal, or plant that is abnormal or unusual in appearance or behavior, often considered a curiosity or an oddity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freaks
03
θιασώτης, μανιακός
a person who is extremely passionate and dedicated to a particular activity or interest, to the point that it may seem like an addiction or obsession



























